Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hackear
01
χακάρω, παράνομα προσπελάζω
acceder ilegalmente o sin autorización a sistemas informáticos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hackeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hackea
ενεστώτα μετοχή
hackeando
απλός αόριστος
hackeó
παθητική μετοχή
hackeado
Παραδείγματα
Alguien intentó hackear mi cuenta de correo electrónico.
Κάποιος προσπάθησε να χακάρει τον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου.



























