hackear
ha
a
a
ckear
ˈkeaɾ
kear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "hackear"στα ισπανικά

hackear
01

χακάρω, παράνομα προσπελάζω

acceder ilegalmente o sin autorización a sistemas informáticos 
hackear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hackeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hackea
ενεστώτα μετοχή
hackeando
απλός αόριστος
hackeó
παθητική μετοχή
hackeado
Παραδείγματα
Alguien intentó hackear mi cuenta de correo electrónico. 

Κάποιος προσπάθησε να χακάρει τον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store