Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hackear
01
χακάρω, παράνομα προσπελάζω
acceder ilegalmente o sin autorización a sistemas informáticos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hackeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hackea
ενεστώτα μετοχή
hackeando
απλός αόριστος
hackeó
παθητική μετοχή
hackeado
Παραδείγματα
Algunos adolescentes intentan hackear juegos para obtener ventajas.
Μερικοί έφηβοι προσπαθούν να χακάρουν παιχνίδια για να αποκτήσουν πλεονεκτήματα.



























