Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acobardar
01
τρομάζω, εκφοβίζω
sentir miedo o intimidación que hace que alguien se sienta débil o retroceda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acobardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acobarda
ενεστώτα μετοχή
acobardando
απλός αόριστος
acobardó
παθητική μετοχή
acobardado
Παραδείγματα
La multitud se acobardó ante la violencia inesperada.
Το πλήθος τρομοκρατήθηκε μπροστά στην απρόσμενη βία.



























