acobardar
Pronunciation
/ˌakoβaɾðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "acobardar"στα ισπανικά

acobardar
01

τρομάζω, εκφοβίζω

sentir miedo o intimidación que hace que alguien se sienta débil o retroceda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acobardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acobarda
ενεστώτα μετοχή
acobardando
απλός αόριστος
acobardó
παθητική μετοχή
acobardado
Παραδείγματα
La multitud se acobardó ante la violencia inesperada.
Το πλήθος τρομοκρατήθηκε μπροστά στην απρόσμενη βία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store