acobardar
a
ˌa
a
co
ko
ko
bar
βaɾ
bar
dar
ˈðaɾ
dhar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "acobardar"στα ισπανικά

acobardar
01

τρομάζω, εκφοβίζω

sentir miedo o intimidación que hace que alguien se sienta débil o retroceda 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acobardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acobarda
ενεστώτα μετοχή
acobardando
απλός αόριστος
acobardó
παθητική μετοχή
acobardado
Παραδείγματα
Se acobardó al ver al agresor. 

Φοβήθηκε όταν είδε τον επιτιθέμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store