Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
espeluznante
01
τρομακτικός, αποτρόπαιος
que causa miedo inquietud o repulsión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más espeluznante
συγκριτικός βαθμός
más espeluznante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espeluznante
αρσενικό πληθυντικό
espeluznantes
θηλυκό ενικό
espeluznante
θηλυκό πληθυντικό
espeluznantes
Παραδείγματα
La música espeluznante aumentó la tensión.
Η espeluznante μουσική αύξησε την ένταση.



























