el revuelo
rev
ˈreβ
reb
ue
we
ve
lo
lo
lo
revuelto

Ορισμός και σημασία του "revuelo"στα ισπανικά

01

αναστάτωση, σάλος

un movimiento agitado o desordenado causado por excitación o agitación emocional 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revuelos
Παραδείγματα
Hubo un gran revuelo cuando se anunció el ganador del concurso. 

Υπήρξε ένας μεγάλος revuelo όταν ανακοινώθηκε ο νικητής του διαγωνισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store