Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La revista
[gender: feminine]
01
περιοδικό, μαγαζί
publicación periódica que contiene artículos, imágenes y anuncios, sobre temas variados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
revistas
Παραδείγματα
La revista tiene muchos anuncios.
Το περιοδικό έχει πολλές διαφημίσεις.
02
ρεβύ, θεατρική παράσταση με μουσική
espectáculo teatral que combina música, baile, humor y sketches
Παραδείγματα
En la revista, hay escenas cómicas y musicales.
Στην ρεβιού, υπάρχουν κωμικές και μουσικές σκηνές.
03
επιθεώρηση, έλεγχος
acción de examinar, inspeccionar o revisar algo con cuidado y detalle
Παραδείγματα
La revista sanitaria es obligatoria.
Ο έλεγχος υγείας είναι υποχρεωτικός.
04
δικαστική αναθεώρηση, αναθεώρηση δικαστικής απόφασης
procedimiento jurídico mediante el cual se revisa un fallo o sentencia para corregir errores o injusticias
Παραδείγματα
La revista es un proceso legal complejo.
Η αναθεώρηση είναι μια πολύπλοκη νομική διαδικασία.
Λεξικό Δέντρο
revista
vista



























