Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electrizar
01
ηλεκτρίζω, ενθουσιάζω
provocar una emoción intensa, entusiasmo o excitación en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
electrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
electriza
ενεστώτα μετοχή
electrizando
απλός αόριστος
electrizó
παθητική μετοχή
electrizado
Παραδείγματα
El entrenador logró electrizar al equipo antes del partido decisivo.
Ο προπονητής κατάφερε να ηλεκτρίσει την ομάδα πριν από τον καθοριστικό αγώνα.



























