Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electrizar
01
ηλεκτρίζω, ενθουσιάζω
provocar una emoción intensa, entusiasmo o excitación en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
electrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
electriza
ενεστώτα μετοχή
electrizando
απλός αόριστος
electrizó
παθητική μετοχή
electrizado
Παραδείγματα
El discurso del orador electrizó a toda la audiencia.
Η ομιλία του ομιλητή ηλεκτρίστηκε όλο το κοινό.



























