Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El autodesprecio
01
αυτοπεριφρόνηση, αυτομίσηση
sentimiento de desprecio, odio o aversión hacia uno mismo
Παραδείγματα
Sus poemas estaban llenos de autodesprecio y angustia.
Τα ποιήματά του ήταν γεμάτα αυτοαπέχθεια και αγωνία.



























