Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consternar
01
συγχύζω
causar una gran sorpresa, preocupación o desaliento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
consterno
γ΄ ενικό πρόσωπο
consterna
ενεστώτα μετοχή
consternando
απλός αόριστος
consternó
παθητική μετοχή
consternado
Παραδείγματα
Los resultados de las pruebas consternaron a los científicos.
Τα αποτελέσματα των δοκιμών σάστισαν τους επιστήμονες.



























