Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encabronar
01
εκνευρίζω, εξοργίζω
enfurecer o irritar a alguien de manera extrema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encabrono
γ΄ ενικό πρόσωπο
encabrona
ενεστώτα μετοχή
encabronando
απλός αόριστος
encabronó
παθητική μετοχή
encabronado
Παραδείγματα
La decisión injusta del juez encabronó a la familia de la víctima.
Η άδικη απόφαση του δικαστή εξόργισε την οικογένεια του θύματος.



























