Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encabronar
01
εκνευρίζω, εξοργίζω
enfurecer o irritar a alguien de manera extrema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encabrono
γ΄ ενικό πρόσωπο
encabrona
ενεστώτα μετοχή
encabronando
απλός αόριστος
encabronó
παθητική μετοχή
encabronado
Παραδείγματα
Su prepotencia encabrona a todo el equipo.
Η αλαζονεία του θυμώνει όλη την ομάδα.



























