antagonizar
an
ˌan
an
ta
ta
ta
go
ɣo
gho
ni
ni
ni
zar
ˈθaɾ
thar

Ορισμός και σημασία του "antagonizar"στα ισπανικά

antagonizar
01

ανταγωνίζομαι, προκαλώ εχθρότητα

actuar de manera que se provoca la hostilidad o la oposición de alguien 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
antagonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
antagoniza
ενεστώτα μετοχή
antagonizando
απλός αόριστος
antagonizó
παθητική μετοχή
antagonizado
Παραδείγματα
No es buena idea antagonizar a tu jefe el primer día. 

Δεν είναι καλή ιδέα να ανταγωνιστείτε το αφεντικό σας την πρώτη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store