Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antagonizar
01
ανταγωνίζομαι, προκαλώ εχθρότητα
actuar de manera que se provoca la hostilidad o la oposición de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
antagonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
antagoniza
ενεστώτα μετοχή
antagonizando
απλός αόριστος
antagonizó
παθητική μετοχή
antagonizado
Παραδείγματα
No es buena idea antagonizar a tu jefe el primer día.
Δεν είναι καλή ιδέα να ανταγωνιστείτε το αφεντικό σας την πρώτη μέρα.



























