Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antecedente
01
προηγούμενος, προγενέστερος
que ocurre o existe antes en el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antecedente
αρσενικό πληθυντικό
antecedentes
θηλυκό ενικό
antecedente
θηλυκό πληθυντικό
antecedentes
Παραδείγματα
En su antecedente empleo, trabajaba como contador.
Στην προηγούμενη δουλειά του, δούλευε ως λογιστής.
El antecedente
01
προηγούμενο, ιστορικό
información o hechos previos que sirven de referencia
Παραδείγματα
Su antecedente académico es excelente.
Το ακαδημαϊκό του παρελθόν είναι εξαιρετικό.
02
προηγούμενο, προηγούμενη υπόθεση
un hecho o decisión pasada que se toma como ejemplo o regla para casos similares futuros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antecedentes
Παραδείγματα
La sentencia del tribunal supremo estableció un antecedente importante.
Η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου καθιέρωσε ένα σημαντικό πρότυπο.
Los antecedentes
01
προηγούμενα, αρχείο
el historial o registro de las acciones, conductas o hechos pasados de una persona, especialmente en el ámbito penal o laboral
Παραδείγματα
El solicitante del trabajo tuvo que presentar sus antecedentes penales.
Ο αιτών της θέσης έπρεπε να υποβάλει τα ποινικά του μητρώα.



























