perder el control
per
pɛɾ
per
der
ˈðɛɾ
dher
el
el
el
cont
kɔnt
kawnt
rol
ɾɔl
rawl

Ορισμός και σημασία του "perder el control"στα ισπανικά

perder el control
01

χάνω τον έλεγχο, εκρήγνυμαι

dejar de dominar las propias emociones o acciones de manera repentina 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pierdo el control
γ΄ ενικό πρόσωπο
pierde el control
ενεστώτα μετοχή
perdiendo el control
απλός αόριστος
perdió el control
παθητική μετοχή
perdido el control
Παραδείγματα
Intentó respirar para no perder el control durante la discusión. 

Προσπάθησε να αναπνεύσει για να μην χάσει τον έλεγχο κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store