Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perder el control
01
χάνω τον έλεγχο, εκρήγνυμαι
dejar de dominar las propias emociones o acciones de manera repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pierdo el control
γ΄ ενικό πρόσωπο
pierde el control
ενεστώτα μετοχή
perdiendo el control
απλός αόριστος
perdió el control
παθητική μετοχή
perdido el control
Παραδείγματα
Intentó respirar para no perder el control durante la discusión.
Προσπάθησε να αναπνεύσει για να μην χάσει τον έλεγχο κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























