Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perdido
01
χαμένος, αποπλανημένος
que no sabe dónde está o que ha dejado de estar en el lugar correcto
Παραδείγματα
El barco quedó perdido en el mar.
Το πλοίο έμεινε χαμένο στη θάλασσα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χαμένος, αποπλανημένος