Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perdido
01
χαμένος, αποπλανημένος
que no sabe dónde está o que ha dejado de estar en el lugar correcto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más perdido
συγκριτικός βαθμός
más perdido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perdido
αρσενικό πληθυντικό
perdidos
θηλυκό ενικό
perdida
θηλυκό πληθυντικό
perdidas
Παραδείγματα
El barco quedó perdido en el mar.
Το πλοίο έμεινε χαμένο στη θάλασσα.



























