vociferar
vo
ˌbo
bo
ci
θi
thi
fe
fe
rar
ˈɾaɾ
rar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "vociferar"στα ισπανικά

vociferar
01

κραυγάζω

hablar o gritar de manera muy fuerte y violenta, generalmente por enfado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
vocifero
γ΄ ενικό πρόσωπο
vocifera
ενεστώτα μετοχή
vociferando
απλός αόριστος
vociferó
παθητική μετοχή
vociferado
Παραδείγματα
El cliente empezó a vociferar contra el cajero por el error. 

Ο πελάτης άρχισε να φωνάζει στον ταμία για το λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store