Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vociferar
01
κραυγάζω
hablar o gritar de manera muy fuerte y violenta, generalmente por enfado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
vocifero
γ΄ ενικό πρόσωπο
vocifera
ενεστώτα μετοχή
vociferando
απλός αόριστος
vociferó
παθητική μετοχή
vociferado
Παραδείγματα
El cliente empezó a vociferar contra el cajero por el error.
Ο πελάτης άρχισε να φωνάζει στον ταμία για το λάθος.



























