Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encolerizar
01
θυμώνω, οργίζω
llenarse de una ira violenta e incontrolable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encolerizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encoleriza
ενεστώτα μετοχή
encolerizando
απλός αόριστος
encolerizó
παθητική μετοχή
encolerizado
Παραδείγματα
El rey se encolerizó al escuchar las noticias de la rebelión.
Ο βασιλιάς θύμωσε ακούγοντας τα νέα της εξέγερσης.
02
θυμώνω πολύ, εκνευρίζω
causar una ira muy violenta e intensa
Παραδείγματα
Su arrogancia encolerizó a todos los presentes.
Η αλαζονεία του θύμωσε όλους τους παρόντες.



























