Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encolerizar
01
θυμώνω, οργίζω
llenarse de una ira violenta e incontrolable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encolerizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encoleriza
ενεστώτα μετοχή
encolerizando
απλός αόριστος
encolerizó
παθητική μετοχή
encolerizado
Παραδείγματα
Está encolerizándose más y más con cada minuto que pasa.
Θυμώνει όλο και περισσότερο με κάθε λεπτό που περνάει.
02
θυμώνω πολύ, εκνευρίζω
causar una ira muy violenta e intensa
Παραδείγματα
Su traición encolerizó incluso a sus amigos más leales.
Η προδοσία του εξόργισε ακόμη και τους πιο πιστούς φίλους του.



























