Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fulminar con la mirada
01
καταστρέφω με το βλέμμα, κοιτάζω με εχθρικό βλέμμα
mirar a alguien con gran intensidad y hostilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fulmino con la mirada
γ΄ ενικό πρόσωπο
fulmina con la mirada
ενεστώτα μετοχή
fulminando con la mirada
απλός αόριστος
fulminó con la mirada
παθητική μετοχή
fulminado con la mirada
Παραδείγματα
Me equivoqué en su nombre y me fulminó con la mirada.
Έκανα λάθος στο όνομά του και με σκότωσε με το βλέμμα.



























