Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perder la chaveta
01
χάνω τον έλεγχο, τρελαίνομαι
perder el control o la cordura de manera repentina y visible
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pierdo la chaveta
γ΄ ενικό πρόσωπο
pierde la chaveta
ενεστώτα μετοχή
perdiendo la chaveta
απλός αόριστος
perdió la chaveta
παθητική μετοχή
perdido la chaveta
Παραδείγματα
La noticia fue tan impactante que perdimos la chaveta todos.
Τα νέα ήταν τόσο σοκαριστικά που όλοι χάσαμε τα λογικά μας.



























