Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La acritud
01
αγριότητα, πικρία
la cualidad de ser áspero, mordaz o lleno de animosidad y resentimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La carta estaba escrita con sorprendente acritud.
Η επιστολή ήταν γραμμένη με εκπληκτική πικρία.



























