la acritud
ac
ˌak
ak
ri
ɾi
ri
tud
ˈtud
tood
actitud

Ορισμός και σημασία του "acritud"στα ισπανικά

01

αγριότητα, πικρία

la cualidad de ser áspero, mordaz o lleno de animosidad y resentimiento 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El debate se desarrolló con gran acritud. 

Η συζήτηση εξελίχθηκε με μεγάλη πικρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store