Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfurruñado
01
συνοφρυωμένος, γκρινιάρης
que está malhumorado, callado y muestra su disgusto negándose a hablar o participa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enfurruñado
συγκριτικός βαθμός
más enfurruñado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enfurruñado
αρσενικό πληθυντικό
enfurruñados
θηλυκό ενικό
enfurruñada
θηλυκό πληθυντικό
enfurruñadas
Παραδείγματα
No le gustó el regalo y se puso enfurruñado.
Δεν του άρεσε το δώρο και έγινε συνοφρυωμένος.



























