enfocar
Pronunciation
/ˌɛmfokˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enfocar"στα ισπανικά

enfocar
01

εστιάζω

ajustar un lente para que una imagen se vea clara
enfocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfoca
ενεστώτα μετοχή
enfocando
απλός αόριστος
enfoqué
παθητική μετοχή
enfocado
Παραδείγματα
La cámara no enfoca bien en la oscuridad.
Η κάμερα δεν εστιάζει καλά στο σκοτάδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store