Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfocar
[past form: enfoqué][present form: enfoco]
01
εστιάζω
ajustar un lente para que una imagen se vea clara
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfoca
ενεστώτα μετοχή
enfocando
απλός αόριστος
enfoqué
παθητική μετοχή
enfocado
Παραδείγματα
La cámara no enfoca bien en la oscuridad.
Η κάμερα δεν εστιάζει καλά στο σκοτάδι.



























