enfocar
en
en
en
fo
fo
fo
car
ˈkaɾ
kar
emigrarcalamaracertaroscilar

Ορισμός και σημασία του "enfocar"στα ισπανικά

enfocar
01

εστιάζω

ajustar un lente para que una imagen se vea clara 
enfocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enfoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfoca
ενεστώτα μετοχή
enfocando
απλός αόριστος
enfoqué
παθητική μετοχή
enfocado
Παραδείγματα
El fotógrafo enfocó la cámara antes de tomar la foto. 

Ο φωτογράφος εστίασε την κάμερα πριν τραβήξει τη φωτογραφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store