la diatriba
diat
ˈdjat
ντγατ
ri
ɾi
ρι
ba
βa
βα
deportivanormativanarrativatentativa

Ορισμός και σημασία του "diatriba"στα ισπανικά

01

διάτριβα, οξεία επίθεση

un discurso o escrito violento y amargo que critica o ataca a alguien o algo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
diatribas
Παραδείγματα
Su discurso se convirtió en una diatriba personal. 

Η ομιλία του μετατράπηκε σε προσωπική διάτριβη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store