Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diatriba
01
διάτριβα, οξεία επίθεση
un discurso o escrito violento y amargo que critica o ataca a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
diatribas
Παραδείγματα
Evitaba las reuniones familiares por las diatribas de su tío.
Απέφευγε τις οικογενειακές συναντήσεις λόγω των διατριβών του θείου του.



























