Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despotricar
01
βρίζω με οργή
hablar o quejarse de manera violenta, exagerada y sin control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
despotrico
γ΄ ενικό πρόσωπο
despotrica
ενεστώτα μετοχή
despotricando
απλός αόριστος
despotricó
παθητική μετοχή
despotricado
Παραδείγματα
El cliente empezó a despotricar contra el servicio.
Ο πελάτης άρχισε να φωνάζει κατά της υπηρεσίας.



























