Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despotricar
01
βρίζω με οργή
hablar o quejarse de manera violenta, exagerada y sin control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
despotrico
γ΄ ενικό πρόσωπο
despotrica
ενεστώτα μετοχή
despotricando
απλός αόριστος
despotricó
παθητική μετοχή
despotricado
Παραδείγματα
Despotricó con tanta furia que se quedó sin voz.
Φωνάζω με τέτοια οργή που έχασε τη φωνή του.



























