Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despreciar
01
περιφρονώ, απαξιώνω
sentir aversión o falta de respeto hacia alguien o algo; menospreciar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desprecio
γ΄ ενικό πρόσωπο
desprecia
ενεστώτα μετοχή
despreciando
απλός αόριστος
despreció
παθητική μετοχή
despreciado
Παραδείγματα
No puedo evitar despreciar la injusticia cuando la veo.
Δεν μπορώ παρά να περιφρονώ την αδικία όταν τη βλέπω.
02
απορρίπτω, περιφρονώ
no aceptar o no dar valor a algo o alguien
Παραδείγματα
Despreció las críticas y siguió adelante con su proyecto.
Παρέπεμψε τις κριτικές και συνέχισε με το έργο του.



























