Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El secularismo
01
κοσμικότητα, λαϊκισμός
el principio de separar los asuntos del estado y el gobierno de las instituciones y doctrinas religiosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El secularismo no significa irreligiosidad, sino neutralidad.
Ο κοσμικισμός δεν σημαίνει αθρησκία, αλλά ουδετερότητα.



























