el populista
Pronunciation
/pˌopulˈista/

Ορισμός και σημασία του "populista"στα ισπανικά

01

λαϊκιστής, λαϊκιστικό πρόσωπο

una persona, especialmente un político, que utiliza estrategias populistas para conseguir apoyo popular
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
populistas
Παραδείγματα
El discurso del populista es emocional, no técnico.
Ο λόγος του λαϊκιστή είναι συναισθηματικός, όχι τεχνικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store