Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pop
01
ποπ
género de música popular caracterizado por melodías pegajosas y sencillas
Παραδείγματα
Escuchar pop me pone de buen humor.
Το να ακούω ποπ με βάζει σε καλή διάθεση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ποπ