el pop
pop
pop
pop
topstopagitpropautostop

Ορισμός και σημασία του "pop"στα ισπανικά

01

ποπ

género de música popular caracterizado por melodías pegajosas y sencillas 
el pop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Me encanta escuchar pop mientras conduzco. 

Λατρεύω να ακούω ποπ ενώ οδηγώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store