el pop
Pronunciation
/pˈɔp/

Ορισμός και σημασία του "pop"στα ισπανικά

01

ποπ

género de música popular caracterizado por melodías pegajosas y sencillas
el pop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Escuchar pop me pone de buen humor.
Το να ακούω ποπ με βάζει σε καλή διάθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store