el populismo
po
po
πο
pu
pu
που
lis
ˈlis
λισ
mo
mo
μο
dinamismoactivismofuturismocomunismo

Ορισμός και σημασία του "populismo"στα ισπανικά

01

λαϊκισμός

una estrategia política que apela al "pueblo" común contra una "élite" corrupta o establecida 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El discurso del candidato está lleno de populismo. 

Ο λόγος του υποψηφίου είναι γεμάτος λαϊκισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store