Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La revuelta
01
εξέγερση, ανταρσία
un levantamiento o rebelión popular contra una autoridad
Παραδείγματα
La revuelta fue corta pero violenta, dejando calles llenas de barricadas.
Η εξέγερση ήταν σύντομη αλλά βίαιη, αφήνοντας τους δρόμους γεμάτους με οδοφράγματα.



























