el radical
ra
ˌra
ra
di
ði
dhi
cal
ˈkal
kal
Mundialcordialmatinaltroncal

Ορισμός και σημασία του "radical"στα ισπανικά

01

ριζοσπάστης, επαναστάτης

una persona que defiende cambios políticos o sociales profundos y fundamentales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
radicales
Παραδείγματα
Era un radical que quería transformar el sistema. 

Ήταν ένας ριζοσπάστης που ήθελε να μεταμορφώσει το σύστημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store