Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bipartidismo
01
διμερής, διμερής συνεργασία
la cooperación política entre los dos partidos principales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El bipartidismo parece una idea del pasado.
Το δικομματισμό φαίνεται σαν ιδέα του παρελθόντος.



























