Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transfronterizo
01
διασυνοριακός
que cruza o existe a través de una frontera entre países
Παραδείγματα
Firmaron un acuerdo transfronterizo de seguridad.
Υπέγραψαν μια διασυνοριακή συμφωνία ασφαλείας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διασυνοριακός