la partición
par
ˌpaɾ
par
ti
ti
ti
ción
ˈθjɔn
thyawn
hinchazónsalvaciónapelaciónimpresión

Ορισμός και σημασία του "partición"στα ισπανικά

01

διαμέριση, διαίρεση

la división de un territorio o país en partes separadas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
particiones
Παραδείγματα
La partición del país causó una gran crisis. 

Ο διαχωρισμός της χώρας προκάλεσε μεγάλη κρίση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store