Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La partición
01
διαμέριση, διαίρεση
la división de un territorio o país en partes separadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
particiones
Παραδείγματα
La partición del país causó una gran crisis.
Ο διαχωρισμός της χώρας προκάλεσε μεγάλη κρίση.



























