Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El agitprop
01
αγιτπροπ
la propaganda política, especialmente de tipo comunista, para movilizar a las masas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El cartel era puro agitprop soviético.
Η αφίσα ήταν καθαρό σοβιετικό αγκίτπροπ.



























