Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El agitprop
01
αγιτπροπ
la propaganda política, especialmente de tipo comunista, para movilizar a las masas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El movimiento usó técnicas de agitprop clásicas.
Το κίνημα χρησιμοποίησε κλασικές τεχνικές agitprop.



























