Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nominar
01
προτείνω
proponer oficialmente a una persona para un cargo o premio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
nomino
γ΄ ενικό πρόσωπο
nomina
ενεστώτα μετοχή
nominando
απλός αόριστος
nominó
παθητική μετοχή
nominado
Παραδείγματα
El partido va a nominar a su candidato mañana.
Το κόμμα θα διορίσει τον υποψήφιό του αύριο.



























