Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noquear
01
νόκ άουτ, ρίχνω αναίσθητο
dejar inconsciente a alguien de un golpe o vencer completamente en un combate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
noqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
noquea
ενεστώτα μετοχή
noqueando
απλός αόριστος
noqueó
παθητική μετοχή
noqueado
Παραδείγματα
Ese golpe podría noquear a cualquiera.
Αυτή η γροθιά θα μπορούσε να νοκ άρει οποιονδήποτε.



























