postular
Pronunciation
/pˌɔstulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "postular"στα ισπανικά

postular
01

υποβάλλω υποψηφιότητα, ανακοινώνω υποψηφιότητα

presentarse oficialmente como candidato para un cargo electivo
postular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
postulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
postula
ενεστώτα μετοχή
postulando
απλός αόριστος
postuló
παθητική μετοχή
postulado
Παραδείγματα
Se postuló por primera vez el año pasado.
Υποψήφιος για πρώτη φορά πέρυσι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store