postular
pos
pos
pos
tu
tu
too
lar
ˈlar
lar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "postular"στα ισπανικά

postular
01

υποβάλλω υποψηφιότητα, ανακοινώνω υποψηφιότητα

presentarse oficialmente como candidato para un cargo electivo 
postular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
postulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
postula
ενεστώτα μετοχή
postulando
απλός αόριστος
postuló
παθητική μετοχή
postulado
Παραδείγματα
Se postuló para alcalde de la ciudad. 

Υποψήφιος για δήμαρχος της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store