Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
postular
01
υποβάλλω υποψηφιότητα, ανακοινώνω υποψηφιότητα
presentarse oficialmente como candidato para un cargo electivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
postulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
postula
ενεστώτα μετοχή
postulando
απλός αόριστος
postuló
παθητική μετοχή
postulado
Παραδείγματα
Se postuló por primera vez el año pasado.
Υποψήφιος για πρώτη φορά πέρυσι.



























