Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La postura
01
στάση, θέση
manera de colocar o mantener el cuerpo o parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
posturas
Παραδείγματα
La postura correcta ayuda a evitar dolores de espalda.
Η σωστή στάση βοηθά στην αποφυγή πόνων στην πλάτη.
02
στάση, θέση
manera de colocar el cuerpo o actitud, opinión o posición frente a algo
Παραδείγματα
Su postura sobre el tema es clara.
Η στάση του για το θέμα είναι σαφής.



























