Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esposar
01
μπαλώνω, βάζω χειροπέδες
poner esposas a alguien para restringir sus movimientos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esposo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esposa
ενεστώτα μετοχή
esposando
απλός αόριστος
esposó
παθητική μετοχή
esposado
Παραδείγματα
El policía esposó al detenido.
Ο αστυνομικός χάλυψε τον συλληφθέντα.



























