esposar
es
es
es
po
po
po
sar
ˈsaɾ
sar
espesar

Ορισμός και σημασία του "esposar"στα ισπανικά

esposar
01

μπαλώνω, βάζω χειροπέδες

poner esposas a alguien para restringir sus movimientos 
esposar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
esposo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esposa
ενεστώτα μετοχή
esposando
απλός αόριστος
esposó
παθητική μετοχή
esposado
Παραδείγματα
El policía esposó al detenido. 

Ο αστυνομικός χάλυψε τον συλληφθέντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store