Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alcoholímetro
01
αλκοτεστ, αλκοολόμετρο
un dispositivo que mide la concentración de alcohol en el aire exhalado por una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alcoholímetros
Παραδείγματα
El alcoholímetro digital es muy preciso.
Το ψηφιακό αλκοτεστ είναι πολύ ακριβές.



























