patrullar
Pronunciation
/pˌatɾuʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "patrullar"στα ισπανικά

patrullar
01

περιπολώ

vigilar o recorrer un área de manera regular para mantener el orden o la seguridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
patrullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrulla
ενεστώτα μετοχή
patrullando
απλός αόριστος
patrulló
παθητική μετοχή
patrullado
Παραδείγματα
Los voluntarios patrullan el barrio.
Οι εθελοντές περιπολούν τη γειτονιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store