Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patrullar
01
περιπολώ
vigilar o recorrer un área de manera regular para mantener el orden o la seguridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
patrullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrulla
ενεστώτα μετοχή
patrullando
απλός αόριστος
patrulló
παθητική μετοχή
patrullado
Παραδείγματα
Los voluntarios patrullan el barrio.
Οι εθελοντές περιπολούν τη γειτονιά.



























