la túnica
Pronunciation
/tˈunika/

Ορισμός και σημασία του "túnica"στα ισπανικά

01

χιτώνας

una prenda de vestir suelta y larga, que llega generalmente hasta las rodillas o más abajo
la túnica definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
túnicas
Παραδείγματα
La túnica del monje es de color marrón.
Η χιτώνας του μοναχού είναι καφέ χρώματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store