Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mandato judicial
01
δικαστική εντολή, δικαστική διαταγή
una orden formal por escrito emitida por un juez o tribunal, dirigida a una persona o autoridad para que realice o deje de realizar un acto específico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mandatos judiciales
Παραδείγματα
El sheriff entregó el mandato judicial de ejecución hipotecaria al propietario.
Ο σερίφης παρέδωσε τη δικαστική εντολή κατάσχεσης στον ιδιοκτήτη.



























