Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El memorándum
01
υπόμνημα, επίσημη σημείωση
un documento formal que registra los hechos de un caso los términos de un acuerdo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
memorándums
Παραδείγματα
Según el memorándum del contrato, el pago se realizará en tres plazos.
Σύμφωνα με το υπόμνημα της σύμβασης, η πληρωμή θα γίνει σε τρεις δόσεις.



























