Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
memorizar
[past form: memoricé][present form: memorizo]
01
απομνημονεύω
aprender algo de memoria para poder recordarlo sin verlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
memorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
memoriza
ενεστώτα μετοχή
memorizando
απλός αόριστος
memoricé
παθητική μετοχή
memorizado
Παραδείγματα
¿ Puedes memorizar esta canción?
Μπορείς να απομνημονεύσεις αυτό το τραγούδι;



























