Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acusar de prevaricación
/ˌakusˈaɾ ðe pɾˌeβaɾˌikaθjˈɔn/
acusar de prevaricación
01
κατηγορώ για παράβαση καθήκοντος, κατηγορώ για έγκλημα κατά την άσκηση καθηκόντων
acusar formalmente a un alto funcionario público de cometer un delito grave en el ejercicio de su cargo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acuso de prevaricación
γ΄ ενικό πρόσωπο
acusa de prevaricación
ενεστώτα μετοχή
acusando de prevaricación
απλός αόριστος
acusó de prevaricación
παθητική μετοχή
acusado de prevaricación
Παραδείγματα
Los artículos de la acusación detallan las razones para acusar de prevaricación.
Τα άρθρα της κατηγορίας αναφέρουν λεπτομερώς τους λόγους για κατηγορία για δωροδοκία.



























