Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preventiva
01
προληπτικός, προδικαστικός
que ocurre o se aplica antes del juicio, especialmente referido a la detención o prisión
Παραδείγματα
Las condiciones de la cárcel preventiva suelen ser duras.
Οι συνθήκες της προληπτικής κράτησης είναι συνήθως σκληρές.



























