Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gánster
01
γκάνγκστερ, μέλος οργανωμένης εγκληματικής συμμορίας
un miembro de una banda organizada dedicada a actividades criminales violentas
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γκάνγκστερ, μέλος οργανωμένης εγκληματικής συμμορίας